Πως πέθαναν οι Θεοί του Ολύμπου;

Από τα γέλια, όταν άκουσαν κάποιον να ισχυρίζεται

ότι είναι ο ένας και μοναδικός θεός.

Νίτσε

Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2017

Η φύση του ανθρώπου.








Εγώ είμαι ο τόπος σου- γράφει ο Σεφέρης- ίσως να μην είμαι κανείς, αλλά μπορώ να γίνω αυτό που θέλεις. (Επί σκηνής Δ στ. 17-20)
Ο άνθρωπος είναι ο τόπος του, το έδαφος, η Γή του.
Ο άνθρωπος είναι γηγενής, από το γη+γίγνομαι, γίγνομαι πάει να πει γεννώμαι με παράγωγα: το γένος-γενεά-γένεσις-γενετή-γενέθλιος... νεογνός-γόνος-γονή-γονεύς.

Από τη γη φύεται η φυή του, το φύλο του. Από το φύω, η φύσις του ανθρώπου και η φυλή. «οη περ φύλλων γενεή»- γράφει ο Όμηρος στο Ζ της Ιλιάδας- «τοίη δέ καί νδρν...» στ 146 (..όπως των φύλλων η γενιά το ίδιο και των ανθρώπων. Τα φύλλα άλλα ο αγέρας τα σκορπάει κατά γης χάμου κι άλλα φύουν τ' αμάραντα δάση, το ίδιο και των ανθρώπων η γενιά, η μία φύει η άλλη πεθαίνει...)

Βλαστάρια ονομάζει τα παιδιά του. Άνθος την ομορφιά του. Άνθος την αιδώ και την αρετή, και τον ερωτά του ανθοστεφανωμένο τον νοιώθει. Ακόμα και την γαλήνη, την σιωπή, ολάνθιστη την ονομάζει. «Ως τα βάθη των φρενών, σαν μυγδαλιά ντυμένη μόνο μ΄άνθια... ολάνθιστη σιωπή», γράφει ο Σικελιανός.

Ο άνθρωπος μιλάει για ρίζες, για τις ρίζες του και για το ριζικό του, για τις ρίζες των λέξεών του που φυτρώνουν από το πηλόπλαστο σπέρμα του. Η φύση του φύεται από τη γη, από την χθόνα.
Είναι αυτόχθων- αυτός και χθων.
Χθων είναι η γη με παράγωγες τις χθόνιος, υποχθόνιος, (υπόγειος), επιχθόνιος (επί της γης, γήινος), χαμόθεν (εκ του εδάφους, από χάμω.

Ο άνθρωπος είναι ο τόπος του, τα ήθη του.
Ήθεα λέγονταν οι πεδιάδες, οι κοίτες των ποταμών, οι θάλασσες. Ο άνθρωπος είναι ο τόπος του, στη βόρεια Κύπρο, στη Συρία, στην Μοσούλη ακόμα στη δυτική όχθη στην Τσετσενία... είναι ερημιά, κατά πως λέει ο Αισχύλος στην αρχή του Δεσμώτη: «Χθονός μέν ς τηλουρόν κομεν πέδον, Σκύθην ς ομον, βατον ες ρημίαν».

«Στης γης τα μακρινά φθάσαμε πεδία/ σε Σκυθική χώρα σε απάνθρωπη ερημιά...»

Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2016

Ερισυβώδης όλυρα




Δημοσιεύω ένα εξαιρετικό ποίημα γραμμένο από τον καλό μου φίλο Χριστόδουλο.

Ερισυβώδης όλυρα

Ανοίγω τα μάτια μου διάπλατα
στις χρωματιστές μπάλες
που τρέχουν στα φωτεινά νήματα.
Και καθώς νιώθω τη γλώσσα μου
γιγάντιο ζωντανό ον
με χτυπούν οι παγωμένοι άνεμοι
στις κορυφές των βουνών.
Βλέπω φωτιές, νιώθω φωτιές
Είμ’ η φωτιά!
Με τρώει ο καρχαρίας
και βγαίνω ξανά
από τη μήτρα της μάνας μου
με πολύ αίμα.
Ένας γαλάζιος διάφανος οργασμός
λούζει την κάθε ίνα του κορμιού μου
και βλέπω πάλι  
την αθωότητα των παιδικών μου χρόνων.
Μάσκες Ινδιάνων τερατόμορφες
το πλοίο της αποστολής με τον πολιτισμό,
η πάλη με τους δαίμονες
κι όλα τα ασυνάρτητα
να δίνουν παραστάσεις στο μυαλό μου.
Είμαι πάντα ο ίδιος
ο άσχετος με τη μορφική πραγματικότητα
Ο αιώνια λαθεμένος!


Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2016

Αν δεν κέρδιζε η Γλαυκώπις…








δ κα κάτι μέρες στν τηλεόραση εχε να φιέρωμα γι τ νέο Μουσεο τς κρόπολης κα τ κθέματά του. Δν εχα τν χαρ ν τ πισκεφθ, λλ στ φιέρωμα μία δοκτορέσα, τς ρχαιολογίας βεβαίως, επε πράγματα κα θάματα γι τος μύθους πο περιβάλλουν τν κρόπολη.

Θυμήθηκα δηλαδ πς ρπάχτηκε θην μ τν Ποσειδώνα γι τ ποις π τος δύο θ ναλάβει προστάτης τς πόλης τν θηναίων. τσι λοιπν ξαναθυμήθηκα τν μύθο πο Παλλάδα κερδίζει κατάφατσα στν Κέκροπα τν προστασία τς πόλης π τν πολ πι μάγκα κα τρομερ κα πι πηδηχταρά π τος θεούς, τν Ποσειδώνα.

Τώρα θ πρέπει ν σς π τι δν τν πολυγουστάρω τν ξενέρωτη θε τς σοφίας, (μ χέσω) τν θην. Μο θυμίζει κείνη τν ξεπλυμένη τη κόρη το Μητσοτάκη, καταλαβαίνετε ποια ενοώ. Ποσειδώνας θ τανε πι σωστός, κτ΄ μέ, ς προστάτης. λλά, πρ΄ λο πο δν τ γράφουν τ βιβλία, Ποσειδώνας ττήθηκε γιατί κριβς τανε στν κυριολεξία, κα γαμ, θεός... Κι ταν γράφω κα γαμ… δν κοροϊδεύω, τ ννο κυριολεκτικά. Ποσειδώνας τανε ο πι γαμίκουλας θεός. Πι πηδήκουλας κι π΄ ατν τν Δία πο ς γνωστν δεν φηνε οτε θηλυκι γάτα! Κα πειδ πιθανς θ νομίζετε τι περβάλλω σς λέγω τι Ποσειδώνας κόμα κα τν δια το τν γιαγι ταχτοποίησε. Κα χι μόνο τν πήδηξε (τν Γαία) λλ π ατ τος τ πήδημα γεννήθηκε γίγαντας Ανταίος ποος ργότερα γινε ναξ στ Λιβύη, πολ πρν καθαρίσουν τν Καντάφι, μέχρι πο τν καθάρισε κι αυτόν ρακλέας.

πως ντιλαμβάνεσθε λοιπόν, Ποσειδώνας γουστάριζε τς αμομιξίες. Κα Ποσειδν, θες πασν τν θαλασσν, δν ρκέστηκε στν γιαγιά του, τν Γαία,  λλ τν πεσε κα  στν δελφή του τ Δήμητρα. ποία γι ν  γλυτώσει π τς νώμαλες διαθέσεις του μεταμορφώθηκε σ φοραδίτσα κα πγε κα λούφαξε σ’ ναν στάβλο. Ποσειδώνας μως πο δν μασούλαγε χυρα τν μπάνισε π τ φινιστρίνι, κα μεταμορφώθηκε κι ατς σ  τι βαρβάτο.

  ποσειδν π τ ργον

            
κείνη δν τ κατάλαβε. Εχε κα μία ψιλοδιαστροφούλα μ τ λογάκια  «χω πηδηχτε, κι ν χω πηδηχτε λλ μ λόγατο ποτ» συλλογίστηκε. Εδε κα τ λογατάκι, τοσούτον προικισμένο, κα συνετελέσθει νέα αμομιξία πτν ποία γεννήθηκε να λλο λογο  (τί περιμένατε δηλαδ ν βγε;) ρίων, ποος εχε τ να πόδι νθρώπινο, κα νίοτε φων νθρώπου, κι τρεχε πιό γρήγορα κι πτν νεμο, κόμα κιπ ΄ατν τν Βουκεφάλα, δι τν ποον, γι ν μάθετε κα κάτι, ο κακς γλσσες διαδίδουν πς τς νύχτες τ παιζε φοραδούλα χαρωπή. Μ τν βοήθεια τοΑρίωνος γλύτωσε Άδραστος  ταν τν κυνηγούσανε στν κστρατεία τν "πτ π Θήβαις".

Θ μο πετε τώρα, πόσο νώμαλος μπορε ν εσαι ρ Βος γι ν γουστάρεις να τόσο διεστραμμένο τύπο.

νώμαλος ; Τώρα σες τί θ κάνατε ν γεννήτορας σς, θελε ν σς καταπιε ταν σασταν βρέφη; Τ καταλάβατε τώρα. Δν πρχαν κα παιδοψυχολόγοι κείνη τν ποχή. Γι ατ γινόντουσαν λα ατ τ σιχαμερ κα ποτρόπαια πράγματα. Κα κατ μίαν κδοχή, θ τν εχε καταπιε κι ατν Κρόνος ν μητέρα του Ρέα δν σκαρφιζότανε, γι ν τν γλιτώσει, π τν πατέρα του, ν το δώσει ν καταπιε να μικρ πουλαράκι.  φο κατάφερε ν τν γλυτώσει τν πρε κα τν κρυψε μέσα σ να κοπάδι μ πρόβατα κα μέχρι  ν μεγαλώσει Ποσειδώνας παρίστανε τ λαγιαρνί…(διαβάστε εδώ)

σες δηλαδ πς θ εσαστε ν εχατε μεγαλώσει τοιουτοτρόπως;
Το μεινε κι να κουσούρι πως θ’ λέγε κι είμνηστος Χριστόδουλος. βγαινε π’ τ θάλασσα κα κυνηγοσε μ τν τρίαινα φοράδες.




Είχε κι΄ ατς να βίτσιο βρ δερφέ! κόμα κα τ Μέδουσα κατεγάμησε. ποία πρν τν μεταμορφώσει σ τέρας θην τανε μία κούκλα. Στέμμα στ καλλιστεα θ κέρδιζε, π τν μέση κα πάνω γιατί πόλοιπη ταν λογο.

Τώρα εμαι βέβαιος τι πολλοί από σας δν ξέρετε τι Μέδουσα ταν κενταυρέσσα. Κα   νωμάλα Ποσειδώνας τν εδε κι παθε κολούμπρα. Παλιά μου τέχνη κόσκινο σκέφτηκε κα ξαναέγινε πάλι βαρβάτο λογο.

        λλο(γoν) πράγμα

Τ κακ ταν πς πράξις συνετελέσθει δίπλα ( κτ΄λλους μέσα) σ μία κκλησία της  θηνς. κουκουβάγια παρθένα κα καλ θίχτηκε π τ νίερο της πράξης κα τν μεταμόρφωσε σ πεχθς τέρας, πο ντ γι μαλλι εχε φίδια κα πο τν σκότωσε ργότερα Περσέας κα πρε τ κεφάλι της κα τ πγε δρο στν θην.

Μ΄ ατ κα μ΄ατ Παλλάδα τελικ κέρδισε τν Ποσειδώναρο κα δωσε τ νομά της στν πόλη τς θήνας. ν δν εχε κερδίσει   κουκουβάγια θ κέρδιζε θες πασν τν θαλασσν, κα λων μν, τν πρώην λλ κα τν νν ναυτικν, κι ν εχε κερδίσει Ποσειδώναρος δν θ εχε χτίσει Περικλέας τν Παρθενώνα κα ν δν εχε χτίσει Περικλέας τν Παρθενώνα δν θ ΄ρχόταν ατ λούγκρα λγίνος ν μς βουτήξει τ μάρμαρα, κι ν δν μς εχαν βουτήξει τ μάρμαρα λα θ εχαν ξελιχθε λλις.


Πς; ατ θ σς τ π μιν λλη φορ.