Πως πέθαναν οι Θεοί του Ολύμπου;

Από τα γέλια, όταν άκουσαν κάποιον να ισχυρίζεται

ότι είναι ο ένας και μοναδικός θεός.

Νίτσε

Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2012

ΣΤΗΛΑΙ ΑΛΑΤΟΣ








Ιστορίες του γιατρού




ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΜΟΥΝΟΠΡΩΚΤΟ


                                                      

ΥΠΟ ΤΟΝ ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΟ ΤΙΤΛΟ: 

ΣΤΗΛΑΙ ΑΛΑΤΟΣ

ΚΩΜΕΙΔΥΛΙΟ ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΑΘΥΡΟΣΤΟΜΟ
(εράνισμα ελληνικότητος, παράδοσης, βουνών και κάμπων ιερών,
 και ανίερων τραχανοπλαγιων…)

ξυγγραφέν τους χαλεπούς ετούτους χρόνους υπό του:
 
ΑΝΙΕΡΟΥ ΔΟΚΤΩΡΟΣ ΒΟΥΣ

Παρακαλούνται όσοι μου έχουν κάποια υπόληψη να μην το διαβάσουν, 
γιατί θα χάσουν πάσαν ιδέαν.





ΠΡΟΣΩΠΑ:
Δύο (2), ο Γέρων και η Γραία

ΣΚΗΝΙΚΟ:
 Ένα τραπέζι στρογγυλό, στασίδια δύο (2), ανάκλιντρο, όλα 
τοποθετημένα πλάτη προς το κοινό, στο βάθος μπερντές με βουκολική 
ελληνική φύση, ένας μισογκρεμισμένος ναός.

ΚΟΣΤΟΥΜΙΑ:
 Αρχαϊκής εποχής, χιτώνες, σαντάλια, πόρπες, και διάφορα αξεσουάρ τα 
οποία βεβαίως μπορούν να αντικατασταθούν-κατά το δοκούν- 
π.χ. φουστανέλα, τσαρούχια, στολή Αμαλίας, ταγάρια.

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΗ.

(Ο γέρων και η γραία κάθονται στο τραπέζι)

ΓΕΡΩΝ: (τρώγοντας ελιές και φτύνοντας καταής τα κουκούτσια) Άχρηστη γυνή χαίρε, (ρεύεται). Δυό ελιές και δυό κουκούτσα, τα κορίτσια θέλουν πούτσα!
ΓΡΑΙΑ: (Αδειάζοντας το κρασοπότηρό της) Αααχ αρσενικέ, αγαθή σου τύχη, καλά φάγαμι, καλά ήπιαμι (ενώ ρεύεται) να είχαμι και κάποιον να μας… (κουνάει το μεσιανό δάχτυλο γωνιασμένο με νόημα) …του καν πισώπλατα…
ΓΕΡΩΝ: Πάντα π’τάνα είσουνα μωρή, αλλού τρώς αλλού πίνεις κι αλλού πας και το δίνεις.
ΓΡΑΙΑ: (Σηκώνεται και κουνεί πάνω κάτου γρήγορις το χέρι της με σημασία), τρεις εφτά είκοσι μία, λέει ο γέρος μαλακία…
ΓΕΡΩΝ: Αμ δεν μπορώ μωρή γριά, γιατί είν’ η πούτσα μου στραβιά.
ΓΡΑΙΑ: (Στο κοινό), ήτονε, βλέπεις το κλίμα στραβό, το ‘φαε και ο γάδαρος…
ΓΕΡΩΝ: Σώπα γριά γιατί θα στη βάλλω όλη και θα τρανταχτεί η πόλη.
ΓΡΑΙΑ: Σιγά ρε μη στραβοψουλιάσεις…
ΓΕΡΩΝ: Κι αν σου χώσω και τ’ αρχίδια θα γκρεμίσουν τα γιοφύρια.
ΓΡΑΙΑ: (Γυρισμένη στο κοινό κουνάει τη χούφτα της με νόημα). Αγαθή τύχη, ο ψωλοβρόντης πάλι ψωλοκοπανεί.
ΓΕΡΩΝ: Μωρέ σαν πετύχει η μαλακία τύφλα να ‘χει το γαμήσι.
ΓΡΑΙΑ: Απ’ το πολύ, που σε πονεί και που σε σφάζει, την έκανες σφεντόνα.
ΓΕΡΩΝ: (Σηκώνει τα χέρια ψηλά) Ω, Δία βοήθα, (την κυνηγάει γύρω-γύρω στο τραπέζι) Στάκα στάκα ευλογημένη τώρα που ‘ναι καυλωμένη (πράγματι ο χιτώνας μπροστά του είναι σηκωμένος).
ΓΡΑΙΑ: (Τρέχοντας με χάρη) σιγά τα ωά.
ΓΕΡΩΝ: Θα σου βάλω τη μισή να τραντάξει το νησί… (σταματάει λαχανιασμένος).
ΓΡΑΙΑ: Βρέ, θέλω ψωλή και πούτσα να κάνουν χλάτσα- φλούτσα!
ΓΕΡΩΝ: Όταν εγώ θέλω εσύ δεν θέλεις, τώρα που δεν θέλω, Θέλεις.
ΓΡΑΙΑ: Το μ΄νι μ΄ δεν είναι αρνί, να το δέσεις στο παχνί, το μουνί θέλει γαμήσι για να μην παραστρατήσει…
ΓΕΡΩΝ: (Συνεχίζει) …τώρα και εγώ δεν θέλω, για να θέλεις όταν θέλω…
ΓΡΑΙΑ: (Χορεύει γύρω του), ψωλαρά μου, αρχιδομούρη με το πουτσοκέφαλό σου, μια ψωλότριχα στη ρίζα, κι από κάτ’ μια μάντρα αρχίδια!
ΓΕΡΩΝ: Ζηλεύεις που δεν έχεις αρχίδια.
ΓΡΑΙΑ: Ω, Αγαθή τύχη! (δείχνει με τα δυό της χέρια χαμηλά), να τα βρε, εδώ φουσκωτά και τουρλωτά!
ΓΕΡΩΝ: Σιγά, μη σου πρηστούνε, (απομακρύνεται και τραγουδάει): ένα μουνί καθότανε σ’ ανατολή και δύση κι ευθύς επήγε ο πούτσος μου για να το γαμήσει, «έλα μουνί αγάμητο να σου φυτέψω αγγούρι, που ‘ναι στην άκρη μαλλιαρό και κόκκινο στη μούρη».
ΓΡΑΙΑ: (Περπατάει στην άλλη πλευρά σεινάμενη κουνάμενη και τραγουδάει, πότε πότε διπλώνει χορευτικά το πόδι της στον αέρα). Το μουνί το λέν Αλή και τον πούτσο Καραπλή…
ΓΕΡΩΝ: Όταν ήμουνα παιδί δεν μου δίνανε μουνί, τώρα που μεγάλωσα πλήρωσα και γάμησα.
ΓΡΑΙΑ: Το μουνί άμα αφρίζει σαν καράβι αρμενίζει.
ΓΕΡΩΝ: Ο γιαλός είναι στραβός ή στραβά ψωλαρμενίζουμε;
ΓΡΑΙΑ: Το μουνί το λεν Ριρή και τον πούτσο Παναγή.
ΓΕΡΩΝ: Ω, Θεέ μεγαλοδύναμε πούτσα που της χρειάζεται…
ΓΡΑΙΑ: Το μουνί το λένε Γιώτα και τον πούτσο Παναγιώτα κι όπου θέλεις πάνε ρώτα, το κεφάλι μπαίνει πρώτα και τ’ αρχίδια κλειούν την πόρτα.
ΓΕΡΩΝ: Να ‘χα μοίρα να ‘χα τύχη. Να ‘χα μια ψωλή σαν πήχη, να την βλέπουν τα κορίτσα, να θαρρούν πως είναι βίτσα.
ΓΡΑΙΑ: (ενώ πηγαίνει πίσω από το ανάκλιντρο και ξαπλώνει).  Μια γριά μονοδοντού, άντρα γύρευε η πορδού, κι άλλη μία ξεκωλιάρα, άντρα γύρευε η γαϊδάρα.
ΓΕΡΩΝ: (Ακολουθώντας την) μουνάρες στα κρεβάτια σας έρχεται ο δημαστυνόμος!
(Είναι κι δυό τους κρυμμένοι από το κοινό. Πίσω από το ανάκλιντρο ακούγονται μόνο οι φωνές τους και πότε πότε σηκώνονται τα ποδάρια της γριάς στον αέρα, ενώ ακούμε χλάτσα χλούτσα ήχους, όλο νόημα)
ΓΡΑΙΑ: Αγαθή τύχη (Παναγιά μου) όποιος θέλει να γαμήσει, πρέπει να χασομερήσει.
ΓΕΡΩΝ: Ω, να τα να τα τα Βυζά, νάτες νάτες οι Βυζάρες, και οι Βυζαροκουτάλες, οι Βύζοι και τα Βασταβίζιον…
ΓΡΑΙΑ: Όσο γερνάει ο άνθρωπος κι ασπρίζει το μαλλί του, μακραίνουνε τα αρχίδια του, κονταίνει η ψωλή του.
ΓΕΡΩΝ: Γραία μου το μουνάκι σου το σχιζαμυγδαλάτο είν’ από μέσα κουφωτό και ζάχαρη γιομάτο.
ΓΡΑΙΑ: Που είσαι Παναγιά μου να το ιδείς…
ΓΕΡΩΝ: Άχου, άχου τι βλέπω…
ΓΡΑΙΑ: Ακόλαστε…
ΓΕΡΩΝ: Αν θέλεις βρε πουλάκι μου, ν’ ακούσεις τη φωνή μου, γαργάλησε τ’ αρχίδια μου και κάτσε στην ψωλή μου.
ΓΡΑΙΑ: Το μουνί το πλακουτσό έχει κάμαρες οχτώ, κι από μέσα η καμάρα είναι φόβος και τρομάρα…
ΓΕΡΩΝ: Μουνάρα μου με τα 17 καπάκια!
ΓΡΑΙΑ Τι θα γένω η ορφανή, που το μ’νί μου με πονεί;
ΓΕΡΩΝ: Που σε πονεί και που σε σφάζει…
ΓΡΑΙΑ: Βάλτην μέσα για να χύσει και να ευχαριστηθείς γαμήσι!
ΓΕΡΩΝ: Αχ, πέστο μου ποιος σε γαμεί να του γλείψω την ψωλή!
ΓΡΑΙΑ: Εσύ με γαμάς Μουνίκακα και ζμπρώχνε στα γεμάτα.
ΓΕΡΩΝ: Βοϊδόπουτσα επόθησες Γραία μου πουτσοπνίχτρα!
ΓΡΑΙΑ: Ο ψώλαρος κι ο μούναρος τα δυό μεγάλα κράτη εκάμανε τον πόλεμο επάνω στο κρεβάτι.
ΓΕΡΩΝ: Μουνόψειρα, μουνόπανο και μουνοξεσκονίστρα, μ’ εμένανε φτιαχνόσουνα κι αλλού εταϊζόσουνα.
ΓΡΑΙΑ: Ω Ίσις μου θεά τούτος εδώ έχει της ψωλής του το χαβά.
ΓΕΡΩΝ: Παλιά όταν το χτένιζες πάθαινα γω μουνίλα.
ΓΡΑΙΑ: (Με σαλιωμένη τη φωνή από γλύκα) αν βάλεις τις πούτσες που χω γευτεί τη μια δίπλα στην άλλη φτάνεις στον έναστρο ουρανό και στο χλωμό φεγγάρι…
ΓΕΡΩΝ: Αχ, Γραία μου άστατη και ξελογιάστρα, απόψε θα φάγουμε μαζί τη σιτεμένη γάστρα.
ΓΡΑΙΑ: Είμαι ευφάνταστη και γιομισμένη μνήμες, είχα τους ψώλαρους εγώ γονατιστούς στις κνήμες.
ΓΕΡΩΝ: Το σώμα σου είναι ουρανός και τα βυζιά σου άστρα κι ο πούτσος μου βασιλικός και το μουνί σου γλάστρα.
ΓΡΑΙΑ: Ωραία που ‘ναι την αυγή να παίζουμε παιχνίδια, να μου χαϊδεύεις το μουνί και να σου ξιώ τ’ αρχίδια.
ΓΕΡΩΝ: Μουνάκι ζαχαρόμουνο, τρυπίτσα χαϊδεμένη, μπαίνει η ψωλή μου γελαστή και βγαίνει δακρυσμένη.
Παύση για λίγη ώρα.
ΓΕΡΩΝ: Θαυμάζομαι και απορώ πως είν’ του ανθρώπου ο κώλος. Γύρω τριγύρω τριχωτός και μέσα κούφιος όλος.
ΓΡΑΙΑ: Έκφυλε!
ΓΕΡΩΝ: Μπήγω και χώνομαι βαθιά μέσα στον αφεδρώνα…
ΓΡΑΙΑ: Γέρων πές μου. Να σκάσω ή να κλάσω;
ΓΕΡΩΝ: Γραία μου αθυρόκωλη για κάνε μου αέρα… (Ακούγεται θηριώδης κρότος πορδής)
ΓΡΑΙΑ: Ω, αγαθή τύχη παναγιά μου ανακουφίστηκα ( πέφτουν πορδές, πέφτουν βροντές, αστράφτει, κεραυνώνει).
ΓΕΡΩΝ: Ο κώλος είναι η κόλαση και το μουνί πηγάδι και όποιος κώλο δε γαμεί στραβός θα πάει στον Άδη.
(Στη σκηνή πέφτει απότομα σκοτάδι και ακούγεται η φωνή του Κυρίου, σπηλαιώδης -εκκωφαντική- εν μέσω κεραυνών, μπουμπουνητών, αστραπών και πορδών): «ΜΙΑΡΑΑΑ, ΠΟΤΑΠΑΑΑ, ΕΛΕΕΙΝΑΑΑ, ΑΝΘΡΩΠΑΡΙΑ!!!  ΣΤΗΛΕΣ ΑΛΑΤΟΣ ΘΑ ΜΕΙΝΕΤΑΙ ΣΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ ΤΩΝ ΑΙΩΩΩΝΩΝ…»
(Ανάβουν τα φώτα και βλέπουμε τον ΓΕΡΟΝΤΑ και τη ΓΡΑΙΑ κοκαλωμένους και λευκούς στη μέση της σκηνής.

Τέλος και το Θεώ δόξα.- 


 Κείμενο: Δόκτωρ
                                                              Θεατρική Διασκευή: του ιδίου
                                                                          Κουστούμια: του ιδίου
                                                                               Σκηνικά: του ιδίου
                                                                          Σκηνοθεσία: του ιδίου
                                                                               Παίζουν: του ιδίου
                                                                           Ταξιθέτρια: του ιδίου


Άκαιναμηξεχασωναναφέρω (με άλλα λόγια "υστερόγραφον")
Δια να προλάβω τυχόν σχόλια κακεντρεχών τινών, με ερωτήσεις οίτινες ήθελον εκφράσει την απορίαν εναρμονίως μετά του λαϊκού αοιδού του ψάλλοντος το άσμα: «Πες μας τι πίνεις εσύ, και δεν μας δίνεις...»
Απαντώ:
α) Όντως καπνίζω, στριφτό. Το κάπνισμα ως γνωστόν βλάφτει σοβαρά την υγείαν.
β) Πίvω. Με μέτρο. Και ως γνωστόv "παv άριστοv μέτριοv"!
γ) Έτσι είμεθα εμείς οι συγγραφούντες... δε φτάνει που σκεπτόμεθα μαλακίας τας καταγράφομεν as well.

Ταύτα και  μένω.
Ο του γιατρού δόκτορας Γεώργιος ο Βούς
Πρόεδρος και μοναδικό ιδρυτικό στέλεχος του Συλλόγου Αλληλοθαυμαζομένων και Αυτοσυγχαιρομένων (ΣΑΑ)

Υ.γ.2ον (σχετικά σχετικόν)
Ο σύλλογος αλληλοθαυμαζομένων και αυτοσυγχαιρομένων συνεδριάζει άπαξ της εβδομάδος και επί 24ώρου βάσεως. Μία από τις εξαιρετικές πρωτοπορίες του συλλόγου είναι ο τρόπος εγγραφής νέων μελών. Κάθε άνθρωπος εγγράφεται ως μέλος μετά την ενηλικίωσή του, και διαγράφεται μόνον εάν ο ίδιος το δηλώσει και υπογράψει αρμοδίως την επίσημη αίτηση της οποίας το σχετικό (εγκεκριμένο) έντυπο δεν έχει εισέτι εκδοθεί.....

Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2012

Πλουτώνια ραψωδία





Καλῶς ἤρθατε στό πιό διάσημο βιντεοπαιχνίδι. Εἶναι μιά εἰκονική περιήγηση σέ μιά θεότρελη, και μακάβρια πραγματικότητα, σ’ ἕνα ξέφρενο παιχνίδι σουρεαλιστικῆς ψευδαίσθησης. Ἔχουμε τή δυνατότητα νά σκοτώνουμε ἀδιακρίτως φυλῆς καί χρώματος, νά καταστρέφουμε, νά λεηλατοῦμε, νά καῖμε, νά ἀνατινάζουμε. Θά μᾶς πάρει βέβαια κάποιο χρονικό διάστημα γιά νά συνηθίσουμε ὅλον αὐτόν τόν σαματά καί τό χάος, κι αὐτό γιατί ἡ κατάσταση θά εἶναι πρωτόγνωρη γιά μᾶς. Μέ μιά ἐκπληκτική σύνθεση γραφικῶν καί ἤχου, μεταφερόμαστε στήν εἰκονική πραγματικότητα διαφόρων ἐποχῶν. Στόχος μας εἶναι νά προκαλοῦμε ὅσο τό δυνατόν μεγαλύτερες καταστροφές στούς ἀντιπάλους, πού κάθε φορᾶ εἶναι διαφορετικοί, μέ τά ὅπλα πού ἔχουμε στή διάθεσή μας.

Χέρια καί πόδια, δόντια καί νύχια, τά ἀρχικά μας ὅπλα. Πέτρες κλαδιά καί ρόπαλα, μαχαίρια καί σπαθιά, δόρατα καί καταπέλτες, ἀρκεβούζια, ὑγρόν πῦρ, κανόνια, καλάζνικοφ, βόμβες, φλογοβόλα, ἐκτοξευτῆρες ρουκετῶν καί χειροβομβίδων, πύραυλους καί ἀεροπλάνα. Ὅλα αὐτά θά τά βρίσκουμε παντοῦ στό δρόμο μας καί θά ἀναβαθμιζόμαστε συνεχῶς μέ ἰσχυρότερο ὁπλισμό, ἐνῶ τό ἴδιο θά γίνεται καί μέ τήν ἀναπλήρωση τῶν ζωῶν μας σέ περίπτωση πού σκοτωνόμαστε ἤ στίς διευρύνσεις τοῦ χρόνου πού κερδίζουμε, γιά τίς ἀντίστοιχες πίστες.

Καλή διασκέδαση, λοιπόν, κι ἄν κάποιοι δέν βροῦν τό παιχνίδι τοῦ τύπου τους γιατί εἶναι «καλά παιδιά», χαλαρῶστε κι ἀφῆστε τήν ἀδρεναλίνη νά κυλίσει στό αἷμα σας, νά «ἀφυπνισθεῖ» τό θηρίο, ὁ αἱμοσταγής δολοφόνος πού κρύβεται μέσα σας!


Μᾶς καλεῖ ἡ πλουτώνια ραψωδία καί ἡ ὀχλοβοή τῆς μάχης, τό τρύπημα τῆς σάρκας ἀπό τή λόγχη. οἱ κλαγγές τῶν ὅπλων, οἱ κραυγές ἀγωνίας, ὁ ἦχος ἀπό τή σάλπιγγα τοῦ Χάροντα. Εἴμαστε ἡ μαύρη γῆς πού τρώει τά γεννήματά της, ἡ μαύρη θάλασσα μέ τούς τυφῶνες της καί τούς ὕπουλους ὑφάλους της, τά μαῦρα κοράκια. Ψυχοπομποί Ἄγγελοι, ὁ «χρυσόρραπις Ἑρμῆς» τῶν ἀρχαίων. Περνοῦν οἱ αἰῶνες ἀσταμάτητα κι ἀπ’ ὅπου διαβαίνουμε σπέρνουμε τόν ὄλεθρο, ἐξολοθρεύουμε παιδιά, ἐρημώνουμε χωριά καί πόλεις, ἀρχίζουμε μάχες σῶμα μέ σῶμα, σκηνοθετοῦμε σφαγές καί μακελειά, θεαματικές αἱματοχυσίες, ποταμούς αἵματος, καταστροφές, ἄγριες δολοφονίες καί κτηνώδεις βιασμούς μικρῶν κοριτσιῶν, πλιάτσικο, λεηλασίες. Τή μιά εἴμαστε ἐδῶ, τήν ἄλλη ἐκεῖ. Σκορπᾶμε τό θάνατο σέ πολέμους γιά ψύλλου πήδημα, κι ἀπ’ ὅπου περνᾶμε πίσω μας ἀφήνουμε συντρίμμια, ἀνθρώπους πετσοκομμένους, τραυματίες πού σφαδάζουν, πού σπαρταρᾶνε στούς ἐπιθανάτιους σπασμούς, λείψανα, ἀνθρώπινα ἀπομεινάρια πού βογκᾶνε, ψυχορραγοῦν καί  σβήνουν. Ἐξαφανίζουμε ἑκατομμύρια ἀμάχους. Ρουφᾶμε τό αἷμα τῶν ἐχθρῶν μας πού ψυχορραγοῦν, λίγο πρίν νά ἀφήσουν τή τελευταία τους πνοή, ἀποστραγγίζουμε τίς τελευταῖες σταγόνες αἵματος ἀπομυζώντας ἀπ’ τά χείλη τίς ψυχές τους, μήν τυχόν καί σηκωθοῦν τά λείψανα κι ἔρθουν ἀπό πίσω μας μέ τά δόρατα καί μᾶς καρφώσουν. Κατακρεουργοῦμε χέρια καί πόδια τῶν πεθαμένων μή καί προφτάσουν νά μᾶς ἐκδικηθοῦν καί τέλος σφουγγίζουμε τά αἵματα ἀπό τά μαχαίρια μας πάνω στά ζεστά σώματα τῶν σκοτωμένων 2 καί 3 φορές.


Στήν Τροία, λαμποκοποῦσαν οἱ ἀσπίδες τῶν Ἀχαιῶν στόν ἥλιο, καί  στριφογυρνούσαμε εὐκίνητοι καί χαλκόφραχτοι, πολεμώντας καί σκοτώνοντας καί σέρναμε τά πτώματα τῶν ἐχθρῶν μας πίσω ἀπό τά ἅρματα μέχρι πού ὀργώσαμε τό χῶμα καί τό ποτίσαμε μέ τό αἷμα τῶν ἐχθρῶν μας.


Στή μάχη τῶν Πλαταιῶν στόμωσαν τά σπαθιά μας καί σπάσανε τά κοντάρια μας, γεμάτη κομματιασμένα βέλη ἡ πεδιάδα, διαμελισμένα κουφάρια, 250.000 οἱ νεκροί Πέρσες. Κηδέψαμε τούς 1360 νεκρούς μας κοντά στίς πύλες τῶν Πλαταιῶν σέ χωριστούς τάφους γιά κάθε πόλη, καί μόνο οἱ Σπαρτιάτες ἔφτιαξαν 3 ξεχωριστούς τάφους ἕναν γιά ὅσους διέπρεψαν στήν μάχη ἕναν γιά τούς ὑπόλοιπους Σπαρτιάτες καί ἕναν γιά τούς εἵλωτες.


Στούς 279 χρόνους πρό Χριστοῦ καί ἀπό τήν ἐπιδρομή 200.000 Γαλατῶν στήν Θεσσαλία δέ γύρισαν οὔτε οἱ μισοί ἀπό μᾶς τούς Γαλάτες στή βάση μας, κοντά στίς Θερμοπύλες. Τό πεδίο τίς μάχης γέμισε ἀπό τά λείψανα τῶν συντρόφων μας καί τά ξασπρισμένα κόκκαλά τους  γυάλιζαν για χρόνια πολλά στήν ἐπιφάνεια τῆς γῆς. Ἡ θέση ἀργότερα ὀνομάσθηκε "Κοκκάλια" καί τ' ὄνομα αὐτό διατηρεῖται ὡς τά σήμερα. Οἱ ἀγρότες πού ἔσκαβαν τή γῆς ἔβρισκαν μέχρι πρόσφατα στά χωράφια τούς δικά μας κόκκαλα καί σκουριασμένα κομμάτια ἀπό τά σιδερένια κοντάρια μας.


Στά τετρακόσια πενῆντα ἕνα χρόνια στίς 20 τοῦ Ἰούνη ξεκίνησε ἡ μάχη  τῶν ἐθνῶν, στά Καταλαυνικά πεδία ἀνάμεσα στίς ρωμαϊκές λεγεῶνες, τούς Βυζαντινούς ἱππότες, τό Γερμανικό ἱππικό, τους Βουργουνδούς τούς Σουηδούς καί τούς Κέλτες πεζούς του Ἀέτιου καί 700.000 βάρβαρων Οὕννων, Γέπιδων, Ἀλανῶν, Ρούγιων,  Σλάβων, Βάνδαλων, τίς ὀρδές τοῦ Ἀττίλα, καί μεῖς πολεμούσαμε καί ἀπό τίς δύο πλευρές. Τήν ἄλλη ἡμέρα 300.000 διαμελισμένα πτώματα ἔπλεαν σέ ποτάμια αἵματος κατά τόν Hydatius.


Στούς χίλιους τρακόσους σαράντα καί ἕξη χρόνους, μαζί μέ τή Χρυσή Ὀρδή τοῦ Τατάρου Κιπτσάκ Χᾶν βρεθήκαμε στήν πολύμηνη πολιορκία τῆς Caffa στή Κριμαία, ὅμως δέν καταφέρναμε νά τήν ἐκπορθήσουμε. Ἐξαιτίας τῆς βρόμας καί τῆς δυσωδίας ἔπεσε ἐπιδημία μαύρης πανούκλας στό στρατόπεδό μας.  Στ’ ἀχαμνά καί στίς κλειδώσεις τῶν πολεμιστῶν παρουσιάζονταν μεγάλες φουσκάλες καί ἔτρεχε πύον, ἀκολουθοῦσε ὁ πυρετός τῆς σαπίλας καί ὁ θάνατος. Βλέποντας οἱ ἀρχηγοί μας τό στρατό νά ἐξολοθρεύετε, διέταξαν νά δένουμε τά κουφάρια τῶν συμπολεμιστῶν μας στούς καταπέλτες καί νά τά ἐκσφενδονίζουμε πάνω καί πίσω ἀπό τά τείχη μέσα στήν πόλη. Βουνά ἀπό νεκρούς δημιουργήθηκαν μέσα στήν πόλη. Ἡ μπόχα ἀπό τά σαπισμένα πτώματα εἶχε γίνει πιά ἀφόρητη καί μέσα στήν πολιορκημένη πόλη ἡ πανούκλα ἄρχισε νά θερίζει τούς κατοίκους. Ἀπελπισμένοι οἱ κάτοικοι πετοῦσαν τά μολυσμένα κουφάρια στή θάλασσα, ἀλλ’ αὐτό εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νά μολυνθοῦν τά νερά καί τό περιβάλλον. Ἀπελπισμένοι οἱ πολιορκούμενοι τράπηκαν σέ φυγή καί ἀρκετοί διέφυγαν μέ κάποιες Γενοβέζικες γαλέρες κι ἔτσι μετέφεραν μαζί τους καί τό μικρόβιο τῆς πανούκλας, τό ὁποῖο ξαπλώθηκε καί μόλυνε ὁλόκληρη τήν Εὐρώπη μέ ἀποτέλεσμα 20 μέ 25 ἑκατομμύρια ἄνθρωποι, τό ἕνα τρίτο του τότε εὐρωπαϊκοῦ πληθυσμοῦ, νά πεθάνουν στά ἑπόμενα τρία χρόνια.


Εἴμαστε μαζί μέ τούς πρώτους πού πέρασαν τή Πύλη τοῦ Ἁγίου Ρωμανοῦ ὅταν ὁ Μωάμεθ ἐκπόρθησε τή  λαμπρή πρωτεύουσα τοῦ Βυζαντίου. Τρεῖς μέρες καί τρεῖς νύχτες κράτησε ἡ σφαγή. Χωρίς στέγες ἦταν τά σπίτια, κατακόκκινοι ἀπ’ τό αἷμα οἱ τοῖχοι. Ποντίκια περιδιάβαιναν στούς δρόμους, στίς πλατεῖες καί στά ντουβάρια σκορπισμένα ἀνθρώπινα μέλη. Ζητωκραυγάζαμε τόν Μωάμεθ τόν Πορθητή, ὅταν μεγαλόπρεπος ὅσο ποτέ ντυμένος μέ τήν ὁλόλαμπρη στολή του, καβάλα στό κάτασπρο ἄλογό του μπῆκε στήν Ἁγιά Σοφιά πατώντας πάνω στά λείψανα τῶν σκοτωμένων χριστιανῶν πού εἶχαν καταφύγει στό ναό γιά νά γλιτώσουν τή σφαγή.


Στά ὀροπέδια τοῦ Μεξικοῦ παρουσιάστηκα σάν τόν  Βιρακότσα  τόν Λευκό Γενειοφόρο μαζί μέ τούς κατακτητές (κονκισταδόρες). Ξεσκιστήκαμε σέ πορεῖες πάνω στά δύσβατα καί βραχώδη μονοπάτια στό ὀροπέδιο τοῦ Γιουκατᾶν, σέ ἐκτάσεις γῆς σπαρμένες μέ ἀγκάθια καί θάμνους καί λαξεμένες πέτρες ἀπό τίς παμπάλαιες αὐτοκρατορίες καί τίς λαμπρές πολιτεῖες τῶν Μάγια, τῶν Ὀλμέκων καί τῶν Ἀζτέκων. Ξασπρισμένες βραχογραφίες ξεθαμμένες ἀπό ἀνασκαφές, κατακόκκινα σημάδια αἵματος ἀπό φρικτές ἀνθρωποθυσίες καί ἀπό τή δολοφονία τοῦ τελευταίου αὐτοκράτορα Montesuma.


Στά 1821, βαδίζαμε μέ τά ἀσκέρια τῶν Ἑλλήνων πού πάτησαν τήν Τριπολιτσά, πελεκούσαμε, πετσοκόβαμε, ἐξολοθρεύαμε, ἀπό Δευτέρα μέχρι Σάββατο γύρω στίς 32 χιλιάδες Τούρκους. Τούς μαζεύαμε σέ ὁμάδες καί ἀδιακρίτως ἡλικίας καί φύλου ἀφοῦ πρῶτα τους βασανίζαμε, καί τούς ἀπογυμνώναμε τούς σφάζαμε μέχρις ἑνός καί γέμισε ὁ τόπος πτώματα παιδιῶν καί γυναικών, καί τά χαντάκια κυλοῦσαν αἵματα.


Στά 1870 ἐμφανιστήκαμε σάν ὑπερήφανοι Πρῶσοι στρατιῶτες κι ἀπέναντί  μας στά χαρακώματα εἴχαμε Γάλλους στρατιῶτες τοῦ Ναπολέοντα τοῦ τρίτου. Σύννεφα καπνοῦ κάλυψαν τό πεδίο τῆς μάχης. Σκοτώσαμε 18 χιλιάδες Γάλλους.Τό σκοτάδι ἁπλώθηκε κι ἀπό παντοῦ ἀκούγονταν οἰμωγές πληγωμένων καί ὁ ρόγχος τῶν ἑτοιμοθάνατων. Σκέλεθρα πληγωμένων πολεμιστῶν μᾶς ἱκέτευαν τό Θάνατο πού θά ’δινε τέλος στούς πόνους τους, ὁλόσπαρτα γύρω μας φρικιαστικά παραμορφωμένα πτώματα.


Τίς τελευταῖες μέρες τοῦ Μάη τοῦ 1871 καταμετρήσαμε στήν Παρισινή κομμούνα τά πτώματα δεκαεπτά χιλιάδων κομμουνάρων. Ἐμεῖς πάντως, οἱ δυνάμεις τῆς ἀντίδρασης -ὅπως μᾶς ὀνόμασαν ἀργότερα- δέν σταματήσαμε νά σκοτώνουμε καί νά δολοφονοῦμε μέχρι καί τά μέσα του Ἰούνη.