Πως πέθαναν οι Θεοί του Ολύμπου;

Από τα γέλια, όταν άκουσαν κάποιον να ισχυρίζεται

ότι είναι ο ένας και μοναδικός θεός.

Νίτσε

Παρασκευή 7 Ιουνίου 2013

εγκαλώντας τους Λίβυους λαθρομετανάστες

(με αφετηρία την ελληνική μυθολογία)



Πριν από κάποιες μέρες καθόμανε μεσάνυχτα στον καναπέ και κλεφτά παρακολουθούσα στη τηλεόραση κάτι τύπους που λέγανε ανέκδοτα για νέγρους (ξέρεις τώρα από κείνα που δεν είναι πολιτικώς correct, αλλά πότε το γέλιο ήτονε πολιτικώς correct, είναι έννοιες αντίθετες διότι ο γέλως απελευθερώνει τον άνθρωπο, ενώ το πολιτικώς correct περιορίζει, εγώ βεβαίως είμαι αναφανδόν υπέρ του γέλιου), μέχρι που κάποια στιγμή το γυρίσανε το πράγμα και άρχισαν να συζητούν για την χρυσή αυγή τους λαθρομετανάστες και κάτι τέτοια. 

Δεν ξέρω πως αλλά κάποια στιγμή έφτασε η κουβέντα και στο βωμό του ελέους

Λέει τότε ένας από δαύτους εκεί πέρα "μα ο βωμός του ελέους είχε εφαρμογή μόνο σε Έλληνες, δεν είχε να κάνει με έλεος σε ξένους. Έπρεπε να είσαι γνήσιος Έλληνας στην καταγωγή".

Ομολογώ σύντροφοι ότι με έβαλε σε σκέψεις.

Πω! Πω!... τι δεν είχα σκεφτεί τόσα χρόνια ο βλάκας. 

Ε! ρε που κοιμόμουνα, τόσα χρόνια ήτανε μπρός στα μάτια μου η αλήθεια και δεν την έβλεπα. 

Ε! ρε πούστη μου λέω, τόσα χρόνιά μου το είχαν πει κι άλλοι, αλλά εγώ δεν ήθελα να το ακούσω.

Εν πάση περιπτώσει, ήμαρτον, και για να διορθώσω τα πράγματα και την άγνοιά μου έκατσα και το έψαξα το πράγμα και θα συνεισφέρω δύο πραγματάκια για να κατανοήσουμε καλύτερα τον όρο "ελληνική καταγωγή" όπως τον περιγράφουν και τον εννοούσαν οι αρχαίοι.

Θα το πάμε πολύ πίσω το πράγμα, στις απόψεις των αρχαίων, μπας και βρούμε καμιά άκρη.


Είναι γνωστόν τοις πάσι, ότι οι Έλληνες, ας πούμε, από τις πρώτες γραπτές μαρτυρίες που έχουμε, ονομάζονταν Δαναοί. Άλλωστε έτσι τους αποκαλεί και ο Όμηρος στα έπη του.

Δαναοί, δηλαδή απόγονοι και επίγονοι του Δαναού.

Αν σηκωνόσουνα ας πούμε στην εκκλησία του δήμου της αρχαίας Αθήνας, και φώναζες "οι Δαναοί ήταν γενναίοι", όλοι καταλάβαιναν ότι μιλούσες για τους Δαναούς του Ομήρου. Επίσης αν έλεγες το ίδιο δηλ. ότι οι Αργείοι ήσαν γενναίοι, δηλαδή οι Αχαιοί, μιλούσες για όλους τους Έλληνες ρε παιδί μου, αυτούς υπονοούσες μιλώντας για "Δαναούς". Γι' αυτούς που είχαν ονομαστεί έτσι προς τιμήν του Δαναού, δηλαδή. Αυτό το καταλάβαιναν όλοι τότε. Οι Δαναοί ήτανε όλοι οι Έλληνες τότε, που κρατούσε η σκούφια τους από τον Δαναό.

Τούτος ο Δαναός, ήτανε από σπουδαία γενιά:
Πατέρας του ήταν ο ξακουστός Βήλος. Τούτος εδώ ο Βήλος, ήτανε γιός του Ποσειδώνα και της Λιβύης (όχι ρε γαμώτο μου... καλά του Ποσειδώνος, αλλά... και της Λιβύης;) 

Έτσι λοιπόν, ο Δαναός (που ένεκα αυτού, οι Έλληνες της Ομηρικής εποχής απεκλήθησαν Δαναοί), είναι εγγονός του Ποσειδώνα (και της Λιβύης… αλλοίμονο! κι άλλη εθνική φάπα! ξευτίλα μυθολογία, πόσο σε μισώ!), εντάξει; 

Τούτη δω η Λιβύη που λέτε, ήτανε κορίτσι του Έπαφου, ο οποίος σε κάποια φάση 
"γαμε Μέμφιν τν Νείλου θυγατέρα" όπως μας λέει ο Απολλόδωρος στη Βιβλιοθήκη του [Β 1,4] και αφού γεγάμηκε την Μέμφιδα (δεν πρόκειται για τη Memphis που οι Αμερικάνοι φάγανε τον Martin Luther King, εδώ ομιλούμε περί της Μέμφιδος, αιγυπτιακά Μισραΐμ, που λέγετε η Μέμφιδα απ' το Μισίρι, Μισρ=Αίγυπτος στα αραβικά) γεννήθηκε η Λιβύη. Κάπου την πήρε μάτι ο Ποσειδώνας τη Λιβύη, ως γνωστόν ο Ποσειδώνας δεν άφηνε ούτε θυλυκιά γάτα, και: "Λιβύης δὲ καὶ Ποσειδῶνος γίνονται παῖδες δίδυμοι Ἀγήνωρ καὶ Βῆλος" [Β 1,4] όπως λέγαμε και παραπάνω.

Κι ενώ ο Βήλος παρέμεινε στην Αίγυπτο όπου έγινε βασιλιάς, το αδελφάκι του ο Αγήνορας, πήρε τα μπογαλάκια του και πήγε και βασίλευσε στην (πω! πω! –ξευτίλα…) Φοινίκη.

Μάνα επομένως του άνακτα της Φοινίκης, η Λιβύη, η προμήτωρ του Δαναού, (μα καλά, πάλι οι κώλο-φοίνικες προηγούνται... υποψιάζομαι ξένο-σιωνιστικό δάχτυλο πίσω απ' την ελληνική μυθολογία).

Αυτός ο Βήλος τώρα, σε κάποια φάση που είχε γκαύλες, "γαμε δ' γχινόην τν Νείλου θυγατέρα" [Β 1,4] με το φιδίσιο το κορμί, και γεννάει μαζί της δίδυμα, αν θέλετε να μάθετε. Τον Αίγυπτο και τον Δαναό. Ο Δαναός που εξαιτίας του απεκλήθησαν Δαναοί οι Δαναοί  ήταν δίδυμος αδελφός του Αίγυπτου.

 
 
Και σαν όλους τους δίδυμους, υποθέτω πως πιθανόν να έμοιαζαν σαν δύο σταγόνες νερό. Δεν είναι δυνατόν ο ένας να ήταν ξανθός και ο άλλος γυφτοτσούκαλος, ξέχνα το. Αν ήταν έτσι, θα μνημόνευε η μυθολογία ότι "αν και δίδυμοι δεν είχαν καμία ομοιότητα" η κάτι τέτοιο. Δεν αναφέρεται πουθενά κάτι τέτοιο.

Στο αυτό που διέφεραν ήταν ότι ο μεν Αίγυπτος είχε ανακαλύψει το σερνικοβότανο κι έκανε μόνο σερνικά, ενώ ο Δαναός γεννούσε  μόνο κορίτσια.

(Εκτός από τους  δίδυμους, ο Βήλος έκανε κι άλλα παιδιά, τον Φινέα και τον Κηφέα. Αυτός ο Κηφέας ή Κηφεύς είναι που έφυγε και πήγε και βασίλευσε στην Αιθιοπία… Μα καλά μες τους μαύρους… στην Αιθιοπία ρε γαμώτο. Όμως ειδικότερα τον Κηφέα θα τον ξαναβρούμε εις επόμενο πόνημα, όπου θα γνωρίσουμε πως και ο Κηφέας ήταν κι αυτός εγγόνι του Ποσειδώνα, αλλά ο Ποσειδώνας ήτανε βαρύς κι ασήκωτος και δε σήκωνε πολλά-πολλά). 

Ο Αίγυπτος λοιπόν άραξε στην Αίγυπτο κι έπαιζε μπάλα με κάτι μαυροτσούκαλους τους οποίους αφού τους νίκησε 7-0, πήρε το πρωτάθλημα και δια τούτο ονόμασε Αίγυπτο την Αίγυπτο, προς τιμήν της αφεντομουτσουνάρας του.

Τώρα αν εξ αιτίας της παραφθοράς του "Αιγύπτιος" προκύπτει η παραφθαρμένη ονομασία "γύφτος" δεν το κατέχω το θέμα, πάντως ο Αίγυπτος, χωρίς καμία αμφιβολία, ήταν αδερφός του Δαναού, του οποίου το όνομα έφεραν οι Δαναοί.

Τώρα από την άλλη μεριά, ο Δαναός ήταν αραχτός στη γειτονική Λιβύη που ανήκε κι αυτή στο βασίλειο του πατέρα του Βήλου, που όπως θυμόσαστε ήταν βασιλιάς της Αιγύπτου. Σε κάποια φάση τα δύο αδέρφια, τσακωθήκανε για τα κληρονομικά, και επειδή ο Δαναός φοβήθηκε τους 50 γιούς του Αίγυπτου, παίρνει το γυναικομάνι του και μπαρκάροντας σ' ένα καράβι την κοπανάει, και μετά από λίγο, πάνω από καμιά πενηνταριά λαθρομετανάστες, σκάνε μύτη και αποβιβάζονται παράνομα κάπου στο Άργος.

Ξέρεις, αυτό έξω από το Ναύπλιο εκεί που βγαίνουν και τα γνωστά πεπόνια. 

Αποβιβάζεται στο Άργος, επομένως με τις κόρες του τις Δαναΐδες και για να μην φλυαρούμε, γίνεται αυτό που γίνεται πάντοτε όπου υπάρχει μαζική και άνευ ελέγχου εισροή μεταναστών:

Στήνουνε μία μεγαλούτσικη μεταναστευτική κοινότητα, ένα γκέτο κάπου εκεί μέσα η γύρω από το Άργος όπου μετά την άφιξή τους η εγκληματικότητα αυξάνεται θεαματικά και οι ντόπιοι φρίττουν με τα ήθη των λαθρομεταναστών, και όταν οι σαράντα εννέα από τις 50 Δαναΐδες δολοφονούν τους αιγύπτιους συζύγους τους, ευθύς αμέσως μετά τον γάμο τους (τους παντρεύτηκαν σε ομαδικό γάμο ! ) το πράγμα παραγίνεται. Τα δελτία ειδήσεων της εποχής έχουν σοκαριστεί, οι αρχαίοι χρυσαυγίτες καταλαμβάνουν τον ναό της Αγίας Μελίας στο Άργος, ο δήμαρχος του Άργους (ονόματι Γελάνωρας η Ελλάνωρας) κλείνει τις παιδικές χαρές...

Ο κόσμος κατατρομοκρατείται από τα εγκλήματα, η Χρυσή Αυγή παίρνει 7% στις δημοτικές εκλογές των Αργείων, αλλά, με το ένα και με το άλλο ο Δαναός την κάνει την φτιάξη και καταφέρνει και ανεβαίνει στο θρόνο του Άργους και οι Αργοχρυσαυγίτες μπαίνουνε στη φυσική τους θέση, δηλαδή στον κάλαθο των αχρήστων της ιστορίας -και της μυθολογίας, εν προκειμένω.

Διότι οι χρυσαυγίτες γνώριζαν μόνο να μαχαιρώνουν στα μουλωχτά, ενώ οι Λίβυοι μετανάστες γνώριζαν πως να ανοίγουνε πηγάδια, κι έτσι όταν έπεσε αναπάντεχα μία λειψυδρία και οι ντόπιοι σήκωσαν ψηλά τα χέρια,  αντιληφτήκανε πως οι Λίβυοι ήταν πιο χρήσιμοι από τους νεκροζώντανους. 

Άμα τυχόν πάτε στην Ακρόπολη του Άργους, να έχετε υπ΄ όψιν σας ότι περί αυτού εδώ του Δαναού, του εκ  Λιβύης πρόκειται, που την έχτισε, εκτός κι αν αυτό είναι τίποτα ψεύτικες φήμες που προωθούν οι εχθροί του έθνους –παίζεται κι΄αυτό. 

Εξ αιτίας αυτού τούτου του Δαναού, λοιπόν, ήταν που οι Αργείοι, δηλαδή οι Αχαιοί, δηλαδή οι Έλληνες στον Τρωικό τον πόλεμο αναφέρονται από τον Όμηρο ως Δαναοί: και απεκλήθησαν έτσι προκειμένου να τιμηθεί ο πρόγονός  τους, ο Δαναός από τη Λιβύη, που έγινε βασιλιάς στο Άργος.

Είτε τους ονομάσεις  "Αργείους", είτε τους ονομάσεις "Δαναούς" είναι το ένα και το αυτό, καθόσον το Άργος ήταν ταυτισμένο με τον μυθικό βασιλιά του, τον Δαναό και τους εκ Λιβύης αφιχθέντες λαθρομετανάστες του.


Όποτε, αναλαμβάνω πρωτοβουλία και ανακράζω -κι όποιος είναι πραγματικός πατριώτης ας σταθεί δίπλα μου:

Ελληναις, γρηγορειται!!!
οι λαθρομεταναστες εντως οληγου θα μας κανουν οτι ειχαν κανι και στο παρελθον:
θα μας ξαναωνωμασουν δαναους και θα καταχταμε την τροια!!!
θα ξαναγραφτουν επη για μας, και ολοι θα μας αποκαλουν ηροες και οιμιθεους!!!

εληννα:
θα αφησεις να μας σημβοι τετηα ατιμοση
ος ποτε θα καθαισε με σταυρομενα χερια
ξειπνα!!! 

αρνισου να γινεις αυτω που θελουν!!!
αρνισου να γυνεις ηροας!!!
αρνισου να κανεις αυτο που εκαναν οι πρωγονοι σου και δωξαστηκαν!!!
εξο οι λαθρομεταναστες!!!

ζητω ο φραπες μετριος !!!



 


Τρίτη 28 Μαΐου 2013

Η Δίκη του Σωκράτη





Ήταν άσκημος, κοντός, και κακομούτσουνος, φαλακρός και μπρασκοκοίλης με μάτια που πετάγονταν έξω, σαν του βατράχου, είχε πλατύ στόμα με παχιά χείλια και μύτη πλακουτσή. Ήτανε λοιπόν ο κακοδαίμων στους αγρούς και μάζευε πικρίδας (ραδίκια). Τον ενοχλούσε βέβαια η μπάκα του όταν έσκυβε, καθότι τα κοπάναγε συχνάκις, ο οινόφλυξ, μαζί με κάτι άλλες μπεκροκανάτες σαν τον Αλκιβιάδη. Καλά τα είχε καταφέρει, ως τώρα παρά τα χρονάκια του. Παρά ένα εβδομήκοντα. Παράπονο δεν είχε.  Αν και μπασκοκοίλης και καραφλός, τον καλούσαν σε συμπόσια (έτσι τα λέγανε τα τσιμπούσια τότε οι πρόγονοι) και σε κάτι ολονύχτιες φιλολογικές εσπερίδες, όπου στα διαλείμματα τσιμπούσε και το κωλαράκι καμιάς εταίρας. Βεβαίως, προϊούσης  της πόσιος, υπήρχαν και μπερδέματα ενίοτε, ιδίως μετά την κατανάλωση άκρατου οίνου, σερβιρισθέντος τούτου, υπό εν ευθυμία τελούντος οινοχόου, όπου, συνεπικουρούμενος κάποιος και από το μισοσκόταδο, ήταν δυνατόν να μπερδέψει τον κώλο της Ασπασίας με αυτόν του Αλκιβιάδη, αλλά τότε αυτά δεν ήσανε και προς παρεξήγηση. Ίσα, ίσα που τους άρεσαν κιόλας.

Πάνω που λες που γέμισε και το δεύτερο σακί ο πορνόγερος, να σου τρία μαγκάκια τόνε πλησιάζουν.

-Κοίτα, τι σου έχω, μπάρμπα!, του τη χώνει ο πρώτος. Κάπου τον είχε ξαναδεί αυτόν. Θυμήθηκε. Έγραφε στίχους σε κάτι σκυλούδες της εποχής, σαν την Σαρρή και την Άντζελα να πούμε. Επισήμως δήλωνε και ποιητής. Θυμήθηκε και τ’ όνομά του. Μέλητο τον Φώναζαν. Τούς άλλους δύο ούτε που τους ήξερε. Μετά κατάλαβε πως τους είχε κουβαλήσει για μάρτυρες. Τότε τους αποκαλούσαν κλητήρες.


Πρόσκληση! Περίεργα χρόνια. Όταν κάποιος ήθελε να σού πει "θα σού κάνω μήνυση", σούλεγε "θα σού κάνω πρόσκληση". Η απάντηση έκτοτε παραμένει ίδια και απαράλλακτη, παρά το διάβα των αιώνων. "Θα μου κλάσεις τα αρχίδια παλιόπουστα!"
 
Το ίδιο φαίνεται να απήντησε κι ο Σωκράτης, διότι περί αυτού επρόκειτο.

-Σε τέσσερις μέρες θα τα πούμε, σκατόγερε, που θα καταθέσω τη γραφή στον άρχοντα!, απήντησε ο Καρβέλας της εποχής.

Τη διάβασε τη γραφή μετά τετραήμερον ο άρχοντας. Κάλεσε και το Σωκράτη να καταθέσει την αντιγραφή του. Η λέξις τότε δεν σήμαινε το καθ΄ ημάς σκονάκι, προσφιλής ενασχόληση της μαθητιώσας νεολαίας, αλλά την αντίκρουση της γραφής. Καταθέτει λοιπόν την αντιγραφή του ο Σωκράτης, κάθεται και μελετάει ο άρχοντας, του έρχεται κι ένα χαρτάκι από τους τότε κυβερνώντας, "παράπεμψέ τον", του έγραφαν, τι να κάνει ο τότε εισαγγελέας, του τραβάει "μια παραπομπή" σε δίκη του κακομοίρη του πλακουτσομύτη.
 
Πάλι καλά που δεν έκανε και κωλόκρυο τη ημέρα της δίκης γιατί θα πήγαινε πριν την ώρα του ο σοφότατος όλων. Γιατί τότε τα δικαστήρια γινόντουσαν στην ύπαιθρο. Βρίσκανε ένα χωράφι και του έβαζαν ένα ξύλινο φράχτη για να μην μπουκάρουνε ευκόλως οι θεατές και γίνει της εταίρας. Βάζανε και τίποτα παλιοσανίδες μέσα, μην τους τρώει η ορθοστασία τους Ηλιαστές. Υπήρχε και πρόεδρος με γραμματέα. Αρσενικός φυσικά για να μην κολάζεται ο πρόεδρος και να είναι απερίσπαστος στο έργο του. Εκατέρωθεν της έδρας του πρόεδρου ήταν τα έδρανα των αντιδίκων. Όχι στο ίδιο ύψος με του πρόεδρου βέβαια. Είπαμε,  δημοκράτες οι Αρχαίοι, αλλά μην το παραχέσουμε και το πράγμα. Μπροστά από  την έδρα του προέδρου υπήρχε κι ένα βήμα που το χρησιμοποιούσαν για την αγόρευση των ρητόρων. Παραδόξως πως, κανείς από τους γνωστούς ρήτορες της εποχής, έφερε το όνομα Αντώνης ή Βαγγέλης… 

Διά την έναρξη της δίκης/γραφής  αντί να βαράει την κουδούνα ο πρόεδρος, "συνεδράζειν άρχεσθαι", το σύνθημα εδίδετο με ιεροπραξία και φαγοποσία. Υποτίθεται ότι οι αρχαίοι έθυαν στην Θέμιδα προ της διαδικασίας, αλλά μάλλον κόλπο ήταν για να ντερλικώσουν τα κοψίδια οι δικαστές και μετά το ανοίγανε το κατάστημα.

Στα δικαστήρια δίκαζαν ορκωτοί δικαστές.  Δίκαζαν δηλαδή οι πολίτες που επιλέγονταν με κλήρωση. (Μετά την κλήρωση, αυτοί έπρεπε να δώσουν τον λεγόμενον Ηλιαστικό όρκο και γι’ αυτό απεκαλούντο "μωμοκότες").  Και κανένας  δεν την έκανε γιατί θα έχανε το ντερλίκωμα και τους τρεις οβολούς που ήταν η δικαστική αποζημίωση. Όχι σαν σήμερα που τους ενόρκους τους αφήνουν νηστικούς κι όλοι τρέχουνε στους γιατρούς, να πάρουνε κάνα χαρτί να την κοπανήσουνε. Κι ήταν και ένα σωρό, π’ ανάθεμά τους. Πεντακόσιοι συν ένας. Ο μονός. Επομένως, ισοπαλία δεν υπήρχε. Σοφοί γαρ οι αρχαίοι!. (Στην περίπτωση που υπήρχε ισοψηφία η μονή ψήφος καταμετρούταν υπέρ του δικαζομένου, την θεωρούσαν δε, ως την ψήφο της Αθηνάς, ώστε το θείον να δείχνει την φιλευσπλαχνία του).

Και αναπληρωματικοί κληρωνόντουσαν. Καμιά εκατοστή. Κι αυτούς τους ταΐζανε και τους ποτίζανε για να μην τους το σκάσουν. Αν κατά τύχη, βέβαια,  λιποθυμούσε κανένας τακτικός, ο κατηγορούμενος έκανε τις σπονδές του στον Δία τον νεφεληγερέτη. Καθόσον ο αναπληρωματικός, μέχρι να τον φωνάξουν ν’ αναπληρώσει τον ταβλιασμένο, είχε κατεβάσει ότι είχε απομείνει από το τσιμπούσι, συν τους κρατήρες με τον κράσο.

Τους δικαστικούς αγώνες σαν του πλακουτσομύτη τους λέγανε "Δημόσιαι δίκαι ή αγώνες". Καθόσον βλάπτονταν το δημόσιο συμφέρον. Ήτανε σοβαρό το πράμα, δηλαδή. Τώρα αν είχες σουφρώσει καμιά κότα από το διπλανό σου και σε εισήγαγαν εις δίκην, τις δίκες αυτές τις έλεγαν "ίδιαι Δίκαι ή αγώνες". Σιγά τα λάχανα, δηλαδή.

Σηκωνόταν ο γραμματεύς, διάβαζε την αντωμοσία, τι σκατά θα πει τούτο ποτέ δεν το κατάλαβα, και μετά άρχιζε να αγορεύει ο κατήγορος. Οι μάρτυρες του κατήγορου εκαλούντο συνήγοροι. Συνήγορος του Μέλητου, του στιχουργού ντε, ήταν ο Άνυτος, πολιτικάντης της εποχής, κάτι σαν αρχαίος Μητσοτάκης, κι ο Λύκων,  που το έπαιζε και ρήτορας. Ψευταράδες του κερατά τουτέστιν. Ίσως γι αυτό από τότε τους δικηγόρους υπερασπιστές των κατηγορουμένων, να τους λένε συνηγόρους.

Τούς δικαστές τους έλεγαν Ηλιαστές. Κατά την επίσημη εκδοχή, από την Ηλιαία, που ήταν και το κύριο δικαστήριο. Νεότερα δεδομένα, όμως, από την ιστορική έρευνα του Γεωργίου του Βούς λένε ότι μάλλον τους χτύπαγε ο ήλιος κατακέφαλα και παθαίνανε ηλίαση. Εξ αυτού και το όνομα!


Δικηγόροι δεν υπήρχαν, αργοτέρως εφευρέθηκε το λειτούργημα. Καθόσον αυξήθηκαν κατά πολύ τα λαμόγια. Ούτε εύκολες αναβολές και άλλα τέτοια κόλπα υπήρχαν. Η διαδικασία έπρεπε να περαιωθεί εντός της ημέρας. Ούτε παράβολα υπήρχαν. Τρείς ώρες ήταν ο χρόνος αγόρευσης κάθε διάδικου. Ήσανε μεγάλοι παρλαπίπες οι πανάρχαιοι. Τον χρόνο μετρούσαν διά της κλεψύδρας από το στόμιο της οποίας έτρεχε καθαρό νεράκι. Κι επειδή ο χρόνος των αγορεύσεων ήταν πολύς, κάποιοι εκ των διαδίκων πουλούσαν και τσαμπουκά. Καλούσαν τους αντίδικούς τους ν’ απαντήσουν ενώ ο χρόνος έτρεχε για πάρτη τους. "ν τ αυτο δατι", τους φώναζαν. Κοινώς, "φάτη ρε πούστη!".


Το δικαστήρια τότε θύμιζαν λίγο από τα σημερινά γήπεδα. Αν κάποιος από τους αγορητές δεν έπειθε τους ακροατές, το γιούχα πήγαινε σύννεφο. Κάτι σαν μετά από βουτιά του αλήστου μνήμης Τζόρτζεβιτς στον γαύρο. Στο τέλος ψηφίζανε με κάτι χάλκινους δίσκους (ψήφοι) που στη μέση είχαν κάθετα έναν άξονα. Οι μεν καταδικαστικοί ήταν διάτρητοι οι δε αθωωτικοί άτρητοι.
  

Κρατάγανε τον άξονα με τον δείκτη και τον αντίχειρα, όπως ακριβώς φυσάγανε και τη μύτη τους, και ρίχνανε την ψήφο τους στον χάλκινο αμφορέα. Αν οι περισσότερες ψήφοι ήτανε διάτρητοι, τον κατηγορούμενο τον παραλάμβαναν οι Ένδεκα κάτι νταβραντισμένοι στους οποίους απαγορευόταν κάθε είδους σεξουαλική επαφή για κάποιες μέρες προ της δίκης. (Κρατάω μία επιφύλαξη για τούτο δεν θυμάμαι που σκατά το διάβασα και γιατί το κάνανε).

Τον καθίσανε που λέτε στο εδώλιο το Σωκράτη, με τις κατηγορίες περί αθεΐας και της διαφθοράς των νέων.  "Τάδε γραψατο κα ντωμόσατο Μέλητος Μελήτου Πιτθες Σωκράτει Σωφρονίσκου λωπεκθεν: δικε Σωκράτης, ος μν  πόλις νομίζει θεος ο νομίζων, τερα δ καιν δαιμόνια εσηγούμενος. δικε δ κα τος νέους διαφθείρων. Τίμημα θάνατος" (Διογένης Λαέρτιος, β.5.40).
  
Κατηγορίες του κώλου δηλαδή καθόσον άλλοι ήταν οι λόγοι. Τα βασικά κίνητρα λοιπόν ήτανε πολιτικά, και επειδή δεν υπήρχε τρόπος οι κατήγοροι να τα επικαλεστούν, γιατί τους έφρασε το δρόμο το περίφημο ψήφισμα της λήθης η πολιτική του "ο δε μνησικακεν", που είχαν αποδεχθεί οι δημοκρατικοί το 403 π.κ.χ. για τα πολιτικά αδικήματα. (Η ακριβής φράση από το ψήφισμα στην Αθηναίων πολιτεία του Αριστοτέλη (39, 6) έχει ως εξής: "τν δ παρεληλυθότων μηδεν πρς μηδένα μνησικακεν ξεναι". Όπερ έστιν μεθερμηνευόμενον: Κανένας κερατάς δεν θα έχει το δικαίωμα να διώκει δικαστικώς κανέναν διά τα παρελθόντα).
 
Έτσι λοιπόν τον δίκασαν και τον καταδίκασαν με τις γελοίες κατηγορίες ότι εισάγει νέες θεότητες και διαφθείρει τους νέους.

Βασικό κίνητρο ήταν η εκδίκηση των δημοκρατικών για το καθεστώς των Τριάκοντα. Και οι τρεις κατήγοροι του, ήτανε  φανατικοί δημοκρατικοί. Το κόμμα  τους είχε κερδίσει  στον εμφύλιο που προηγήθηκε και αυτοί επανέφεραν το δημοκρατικό πολίτευμα στην Αθήνα και δεν μπορούσαν να ανεχθούν τον Σωκράτη να ομιλεί με περιφρόνηση για την δημοκρατία και για μεγάλο μέρος του λαού. Όταν λοιπόν βγαίνεις έξω στην αγορά μιας δημοκρατούμενης (αλλά όχι απαραιτήτως και λογοκρατούμενης) πόλεως και διατυμπανίζεις ότι:  " ο φιλόσοφοι βασιλεύσωσιν ν τας πόλεσιν ο βασιλς τ νν λεγόμενοι κα δυνάσται φιλοσοφήσωσι γνησίως τ κα κανς", και ότι: ς ες τατν συμπέσ, δύναμίς τε πολιτικ κα φιλοσοφία " (Πολιτεία 473  d), τότε η μέρες σου εν Αθήναις είναι μετρημένες. Οι  "λαχόντες τ κυάμω ρχοντες" αργά η γρήγορα, θα στο φάνε το κεφάλι.

Έβλεπαν στο πρόσωπό του τον δάσκαλο του χειρότερου των Τριάκοντα Κριτία, το φιλαράκι του ολιγαρχικού Χαρμίδη, τον δάσκαλο και κολλητό του Αλκιβιάδη, πρόσωπα και που την πόλη είχαν βλάψει με την φιλαρχία τους αλλά και προσωπικώς πολλές αδικίες είχαν κάμει. Ο Σωκράτης πράγματι μιλούσε περιφρονητικά για το πολίτευμα, και κατέκρινε την εκλογή των αρχόντων της πόλης, διά κυάμου. Ήταν είρωνας, εριστικός, ενοχλητικός. Αλογόμυγα χαρακτηρίζει ο ίδιος τον εαυτό του (στην "Απολογία" του). Κατακρίνει τους Αθηναίους για την αμάθειά τους, το άστατον, το παλίμβουλον το ευπαράγωγον από τους επιτήδειους πολιτικούς. Ήταν όμως ολιγαρχικός ο Σωκράτης; Όχι, αλλά ήταν γνωστό ότι ήταν αριστοκρατικός. Ήθελε την διοίκηση της πολιτείας υπό των αρίστων σε φρόνηση και ήθος. Ήταν από τους ανθρώπους που το μυαλό τους δημιουργεί την ιδανική κυβέρνηση, αλλά μη δυνάμενος να την πραγματοποιήσει, μένει απροσάρμοστος προς τους πάντας και τα πάντα. Ο ήπιος και άκακος χαρακτήρας του, οι γνώσεις του και το σπινθηροβόλο μυαλό του, τον καθιστούσαν σεβαστό και ανεκτό στις ομαλές καταστάσεις, στην ταραχώδη όμως αυτή εποχή θεωρήθηκε επικίνδυνος για το καθεστώς και οι εμπαθείς Αθηναίοι δεν εφείσθησαν ούτε της προχωρημένης ηλικίας του.

Συνεχίζεται.